Γαλλικά (fr) Επεξεργασία

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /nu.vo.te/

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ενικός πληθυντικός
nouveauté nouveautés

nouveauté (fr) θηλυκό

  1. ο νεωτερισμός, κάτι το νέο