Πολωνικά (pl) Επεξεργασία

 
nerki (1)
 
nerki (2)
 
nerki (3)

  ΠροφοράΕπεξεργασία

nerka 

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

nerka (pl) θηλυκό

  1. (ανατομία) νεφρό
    Συνώνυμα
    {cynadra
  2. (ειδικό) νοσοκομειακό δοχείο σε σχήμα νεφρού
  3. (ζωολογία) είδος ροζ σολομού
  4. (οικείο) τσαντάκι για τη μέση, μπανάνα

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία