Πολωνικά (pl) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

naskórek < na + skóra

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /naˈskurɛk/

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

naskórek (pl) αρσενικό

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία