Αγγλικά (en) Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

mound (en)

  1. ανάχωμα, χωμάτινος σωρός
  2. στρογγυλεμένος λόφος
  3. σωρός
    mound of chocolate chunks - σωρός από κομμάτια σοκολάτας