Δείτε επίσης: Mouche

Γαλλικά (fr)Επεξεργασία

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /muʃ/
 

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

      ενικός         πληθυντικός  
mouche mouches

mouche (fr)

  1. (εντομολογία) η μύγα
  2. (κομμωτική) μικρό μούσι
    → δείτε και τις λέξεις barbichette και barbe à l'impériale
    ΑΠΟΓΟΝΟΙ: νέα ελληνικά: μούσι

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία