Λατινικά (la) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

membrum virile < → δείτε  membrum (ουδέτερο: μέλος) & virile, ουδέτερο του virīlis (ανδρικός) • Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε;  

  ΈκφρασηΕπεξεργασία

membrum virīle, πληθυντικός membra virīlia

  • (ευφημισμός) κυριολεκτικά «το μέλος» «του άνδρα», δηλαδή το πέος. Αιδήμων μορφή του ανατομικού όρου (για την αποφυγή της προσβολής της αιδούς του αναγνώστη)
    ※  (χρήση σε αγγλικό κείμενο) Then he said, “'Membrum virile will do.” The two older sisters put their heads in their hands. “He could not make his membrum virile hard,” Zoe said. “He was sickly, you see. He was unable to be a true husband, though he was so fond of me (Loretta Chase, Don't Tempt Me, ed. Harper Collins, 2009, σελ. 36)

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  • pudenda muliebria, η αντίστοιχη έκφραση για το γυναικείο αιδοίο (κυριολεκτικά «κάτι για το οποίο ντρέπεται κανείς» «της γυναίκας»)
  • vas muliebre, κυριολεκτικά «δοχείο γυναικός» και πάλι αναφερόμενο στο αιδοίο