Λατινικά (la) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

pudenda muliebria < pudenda + muliebria • Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε;  

  ΈκφρασηΕπεξεργασία

pudenda muliebria

  • (ευφημισμός) κυριολεκτικά «κάτι για το οποίο ντρέπεται κανείς» «της γυναίκας», δηλαδή το γυναικείο αιδοίο. Η έκφραση αυτή ήταν σε χρήση σε κείμενα άλλων γλωσσών για να αποφευχθεί η χρήση του ανατομικού όρου (και η προσβολή της αιδούς του αναγνώστη)
    ※  κύσθος, ὁ, pudenda muliebria, Eup. 233, Ar. Ach. 782, al. (από το λεξικό LSJ, [1])
    ※  I admit that in schools and institutions , where boys of the age of 12 - 8 are educated , the slightest likeness of a word or object is used by these young men to see in it an allusion to the membrum virile or to the pudenda muliebria (J. den Boeft, A. H. M. Kessels, Actus: Studies in Honour of H.L.W. Nelson, Instituut voor Klassieke Talen, 1982, σελ. 415 [2])

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  • vas muliebre (κυριολεκτικά «δοχείο γυναικός» και πάλι αναφερόμενο στο αιδοίο)
  • membrum virile (ο αντίστοιχος λατινικός ευφημισμός για το πέος)