Προφορά

επεξεργασία
ΔΦΑ : /lɛt͡ʃ̑/
 

lecz (pl)

  1. μα, αλλά

  Ρηματικός τύπος

επεξεργασία

lecz (pl)

  1. δεύτερο ενικό πρόσωπο της προστακτικής του ρήματος leczyć