Άνοιγμα κυρίου μενού

Λετονικά (lv) Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

koks (lv)

  • πληθυντικός: koki



Πολωνικά (pl) Επεξεργασία

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /kɔks/
koks 

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

koks (pl) αρσενικό μόνο στον ενικό

  1. το κοκ (στερεό καύσιμο)

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία