Τουρκικά (tr) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

karakoncolos < πιθανόν (άμεσο δάνειο) νέα ελληνική καλικάντζαρος

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /kɑˈɾɑ.kɔn.d͡ʒɔˈɫɔs/

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

karakoncolos (tr)

  1. (λαογραφία) φανταστικός δαίμονας που θεωρείται ότι βγαίνει τις πρώτες 10 ημέρες της ψυχρότερης περιόδου του χειμώνα και φέρνει μια χτένα για να τραυματίσει τους ανθρώπους που απαντούν λανθασμένα στις ερωτήσεις του («από πού έρχεσαι και πού πας;» στην οποία μια σωστή απάντηση θα περιλαμβάνει οποιαδήποτε λέξη με το «kara».)
  2. (μεταφορικά) ένα πολύ άσχημο άτομο

ΚλίσηΕπεξεργασία

Άλλες μορφέςΕπεξεργασία