Τουρκικά (tr) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

kapuçino < (άμεσο δάνειο) ιταλική cappuccino

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /kɑput͡ʃiˈnɔ/
τυπογραφικός συλλαβισμός: ka‐pu‐çi‐no

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

kapuçino (tr)

ΚλίσηΕπεξεργασία