Αγγλικά (en) Επεξεργασία

  ΠροφοράΕπεξεργασία

/ˌdʒɪɡ(ə)rɪˈpəʊk(ə)ri/

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

jiggery-pokery

  1. τερτίπια, τσιριτσάτζουλες, ύπουλα-δόλια κόλπα, απάτη, τέχνασμα χειραγώγησης ή εντυπωσιασμού
  2. σαχλαμάρες, ανοησίες, μπούρδες