Αγγλικά (en) Επεξεργασία

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

incapable (en)

an incapable administrator - ένας διαχειριστής που αδυνατεί να εκτελέσει τα καθήκοντά του
he is incapable of learning foreign languages - αδυνατεί να μάθει ξένες γλώσσες

Γαλλικά (fr) Επεξεργασία

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

incapable (fr)

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

capable