Γαλλικά (fr) Επεξεργασία

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /i.dʁɔ.lik/

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

ενικός πληθυντικός
hydraulique hydrauliques

hydraulique (fr) αρσενικό ή θηλυκό

  1. υδραυλικός