Αγγλικά (en) Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

hall (en)

  1. ο διάδρομος, το χολ
  2. κτήριο ή αίθουσα συνεδριάσεων, συγκεντρώσεων
  3. η κύρια αίθουσα ενός μεσαιωνικού κτηρίου
  4. επιβλητικό κτήριο σε μεγάλο αγρόκτημα
  5. πανεπιστημιακή κτήριο που περιλαμβάνει κοιτώνες, αίθουσες διδασκαλίας, εστιατόριο κ.λπ.

Εσθονικά (et) Επεξεργασία

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

hall (et)