Γαλλικά (fr) Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

habilitation (fr) θηλυκό

  1. (νομικός όρος) η δικαιοδοσία
  2. η άδεια που δίνεται σε κάποιον για να ασκήσει ένα επάγγελμα ή να διδάξει ορισμένα μαθήματα
    J'ai reçu mon habilitation pour l'enseignement de l'anglais. Πήρα την άδεια επάρκειας για τη διδασκαλία των αγγλικών.

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

δείτε τη λέξη  habile