Γαλλικά (fr) Επεξεργασία

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

ενικός πληθυντικός
grotesque grotesques

grotesque (fr) αρσενικό ή θηλυκό

  1. γελοίος, αλλόκοτος

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ενικός πληθυντικός
grotesque grotesques

grotesque (fr) αρσενικό

  • κάτι το γελοίο ή αλλόκοτο