Πολωνικά (pl) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

goryl < γαλλική gorille < αρχαία ελληνική Γορίλλαι

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ˈɡɔrɨl/
goryl 

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

goryl (pl) αρσενικό

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία