Αγγλικά (en) Επεξεργασία

  ΠροφοράΕπεξεργασία

/ˈɡɑːnə/

  Ετυμολογία enΕπεξεργασία

μεσοαγγλικά (αρχικά ως ουσιαστικό): garner < παλαιογαλλικά: gernier < λατινικά: granarium «σιταποθήκη» < granum «σπόρος, σπόρος δημητριακού, κόκκος»

  ΡήμαΕπεξεργασία

garner (en)

  1. θερίζω, μαζεύω και αποθηκεύω σιτηρά, σοδιάζω
  2. (μεταφορικά) κερδίζω, συγκεντρώνω, αποκτώ
    the deal has garnered wide support