Δείτε επίσης: gardenia

Γαλλικά (fr) Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ενικός πληθυντικός
gardénia gardénias

gardénia (fr) αρσενικό

  1. (βοτανική) το φυτό γαρδένια
  2. το άνθος αυτού του φυτού

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία