Αγγλικά (en) Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

fusion (en)

  1. η συγχώνευση
  2. η τήξη



Γαλλικά (fr) Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ενικός πληθυντικός
fusion fusions

fusion (fr) θηλυκό

  1. η συγχώνευση
  2. η τήξη
  3. η πυρηνική σύντηξη

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία