Αγγλικά (en) Επεξεργασία

  ΡήμαΕπεξεργασία

forswear (en)

  1. (μεταβατικό) αποκηρύσσω ή απαρνούμαι κάτι (για το οποίο έχω δώσει όρκο)
  2. (αμετάβατο) ψευδορκώ