Πορτογαλικά (pt) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

flautista (pt) <

ενικός πληθυντικός
flautista flautistas

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

flautista (pt)

  1. ο φλαουτίστας
  2. ο κατασκευαστής φλάουτων