Γαλλικά (fr) Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ενικός πληθυντικός
exfoliation exfoliations

exfoliation (fr) θηλυκό

  1. το ξεφλούδισμα

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  • δείτε τη λέξη: exfolier