Αγγλικά (en) Επεξεργασία

  ΠροφοράΕπεξεργασία

  • (ΗΒ): /ˈɛksɪmə/, /ˈɛksɪmə(ɹ)/
  • (ΗΠΑ): /ˈɛksɪmɚ/

  Ετυμολογία enΕπεξεργασία

excimer < exci- (< excite (en) < λατινικά: excitare (la)) +‎ -mer (< μέρος (el))

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

(χημεία), (φυσική)

  • οποιοδήποτε διατομικό μόριο, με τουλάχιστον ένα από τα άτομά του σε κατάσταση διέγερσης
    (διεγερμένη κατάσταση)