Πορτογαλικά (pt) Επεξεργασία

  ΑντωνυμίαΕπεξεργασία

ενικός πληθυντικός
esta estas

esta (pt) θηλυκό

  • αυτή εδώ (μιλώντας για κάτι ή κάποιαν που βρίσκεται κοντά σ' αυτόν που μιλάει)