Αγγλικά (en) Επεξεργασία

  ΠροφοράΕπεξεργασία

Audio (US) 

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

disciplinary (en)

  1. σχετικός με την πειθαρχία
    Debt can motivate or act as a disciplinary force for executives to achieve organizational efficiency.
  2. πειθαρχικός, που αποσκοπεί στην επιβολή της πειθαρχίας
    The school has announced that it will take disciplinary measures against the students who participated in the protest activities.
  3. σχετικός με έναν ακαδημαϊκό κλάδο, ακαδημαϊκός, επιστημονικός
    We hope that psychologists will applaud good studies of scientific behavior and thought regardless of the disciplinary specialty of the author.

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία