Αγγλικά (en) Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

datum (en)

  1. το δεδομένο
  2. (χαρτογραφία) ένα συγκεκριμένο σημείο αναφοράς



Βοσνιακά (bs)Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

datum (bs)

δείτε επίσηςΕπεξεργασία