Γαλλικά (fr) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

dé à coudreδείτε τις λέξεις: , à και coudre

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ενικός πληθυντικός
dé à coudre dés à coudre

dé à coudre (fr) αρσενικό

  1. δαχτυλήθρα