Γαλλικά (fr) Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ενικός πληθυντικός
cotisation cotisations

cotisation (fr) θηλυκό

  1. η συνδρομή, η εισφορά

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  • δείτε τη λέξη: cotiser