Ισπανικά (es) Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ενικός πληθυντικός
corte cortes

corte (es) θηλυκό

  1. δικαστήριο
    corte penal internacional - διεθνές ποινικό δικαστήριο