Αγγλικά (en) Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

concatenation (en)

  1. σειραϊκή συσχέτιση πραγμάτων, οντοτήτων, γεγονότων κτλ.
    αλληλουχία, διασύνδεση
  2. (προγραμματισμός) η συνένωση σειραϊκών (sequential) δομών δεδομένων (data structures)

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία