Αγγλικά (en) Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

carbonate (en)

  1. (χημεία) άλας ή εστέρας του ανθρακικού οξέος

ΣημειώσειςΕπεξεργασία

Στα ελληνικά η αντίστοιχη λέξη ανθρακικός, που χρησιμοποιείται στην ονομασία των χημικών ενώσεων, είναι επίθετο.