Γαλλικά (fr) Επεξεργασία

 
μια δέστρα

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ενικός πληθυντικός
bollard bollards

bollard (fr) αρσενικό

  1. (ναυτικός όρος) δέστρα

  Σχετικό λεξιλόγιοΕπεξεργασία

  • δείτε τη λέξη: écluse