Δείτε επίσης: blaspheme

Γαλλικά (fr) Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ενικός πληθυντικός
blasphème blasphèmes

blasphème (fr) αρσενικό

  1. (θρησκεία) η βλασφημία
  2. η ύβρις

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία