Γαλλικά (fr) Επεξεργασία

  Κλιτικός τύπος επιθέτουΕπεξεργασία

battue (fr)

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ενικός πληθυντικός
battue battues

battue (fr) θηλυκό

  1. η παγανιά