Αγγλικά (en) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

appliance < apply + -ance

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /əˈplaɪəns/
ήχος (ΗΠΑ) 

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

appliance (en)

  1. συσκευή, όργανο, σκεύος
  2. ηλεκτρική οικιακή συσκευή (domestic appliance)

Πολυλεκτικοί όροιΕπεξεργασία

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  • appliance στην αγγλική Βικιπαίδεια