Πολωνικά (pl) Επεξεργασία

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /aˈparat/
Ήχος 

  Ετυμολογία Επεξεργασία

aparat (pl) < λατινική apparatus

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

aparat (pl) ουδέτερο

  1. η συσκευή, η μηχανή με συγκεκριμένες λειτουργίες

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία



Ρουμανικά (ro) Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

aparat (ro)

  1. συσκευή