Δείτε επίσης: aérostat

Αγγλικά (en) Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

aerostat (en)

  1. αερόστατο



Πολωνικά (pl) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

aerostat < γαλλική aérostat

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ˌaɛˈrɔstat/
aerostat 

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

aerostat (pl) αρσενικό

  1. το αερόστατο