Άνοιγμα κυρίου μενού

Γερμανικά (de) Επεξεργασία

  ΠροφοράΕπεξεργασία

Abart 

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

Abart (de) θηλυκό {πληθυντικός: die Abarten}

  1. το είδος
  2. η ποικιλία

  ΣυνώνυμαΕπεξεργασία