Τουρκικά (tr) Επεξεργασία

  ΡήμαΕπεξεργασία

31 çekmek (tr)

  1. (αργκό) αυνανίζομαι

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

Άλλες γραφέςΕπεξεργασία

ΚλίσηΕπεξεργασία