Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ἐξερευνάω < ἐξ + ἐρευνάω

  ΡήμαΕπεξεργασία

ἐξερευνάω - ἐξερευνῶ