Δείτε επίσης: αοίδιμος, αΐδιος, ἀΐδιος

Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ἀοίδιμος < ἀοιδή

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

ἀοίδιμος -ος -ον

  1. που εξυμνείται μέσω τραγουδιών, κάποιος για τον οποίο έχουν γραφτεί τραγούδια, διάσημος, ένδοξος
  2. χρησιμοποιείται για να δηλώσει και την κακή φήμη