Ετυμολογία

επεξεργασία
ἀντιποιέω < ἀντι- + ποιέω

ἀντιποιέω - ἀντιποιῶ (συνηρημένο)

  1. ανταποδίδω, κάνω κάτι σε ανταπόδοση (αντίθετο το αντιπάσχω
  2. (μέση φωνή +γενική) εγείρω αξιώσεις, απαιτώ, διεκδικώ
  3. αμφισβητώ
  4. φιλονικώ για κάτι