Ετυμολογία

επεξεργασία
ἀμή < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική ἄν μή

  Σύνδεσμος

επεξεργασία

ἀμή εναντιωματικός σύνδεσμος

  1. αλλά, συνώνυμο του μά
  2. ειδεμή, αλλιώς
  3. μήπως

Άλλες μορφές

επεξεργασία