Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ἀλφιτοσιτέω < ἄλφιτον + σιτέω

  ΡήμαΕπεξεργασία

ἀλφιτοσιτέω

  1. τρώω ψωμί από κριθάρι
  2. τρώω φαγητό παρασκευασμένο με βάση το κριθάλευρο, βασικό είδος διατροφής για εμένα είναι ο βρασμένος χυλός κριθαριού
    καὶ γὰρ ὅστις ἀλφιτοσιτεῖ, ὕδατι μεμαγμένην ἀεὶ τὴν μᾶζαν ἐσθίει, καὶ ὅστις ἀρτοσιτεῖ, ὕδατι δεδευμένον τὸν ἄρτον (Ξενοφών, Κύρου Παιδεία ΣΤ΄, 2)

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία