Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ἀκριβολογέομαι < ἀκριβολόγος

  ΡήμαΕπεξεργασία

ἀκριβολογέομαι και συνηρημένο ἀκριβολογοῦμαι (αποθετικό)

  1. χρησιμοποιώ το λόγο με ακρίβεια, είμαι λεπτολόγος
    • ὥστε κατὰ τὸν ἀκριβῆ λόγον, ἐπειδὴ καὶ σὺ ἀκριβολογῇ, οὐδεὶς τῶν δημιουργῶν ἁμαρτάνει. : ώστε για να ακριβολογούμε, αφού κι εσύ ακριβολογείς, κανένας τεχνίτης δεν κάνει λάθος (Πλάτων, Πολιτεία 340e)
  2. είμαι διεξοδικός και πολύ ακριβής σε κάποια έρευνα
  3. λέω λόγια απολύτως αληθινά και ακριβή, λέω την αλήθεια, εξιστορώ κάτι με ακρίβεια και πιστότητα
    • οὐδὲ καθ᾽ ἑαυτόν πω γνώριμα εἶναί φησι τὰ καθ᾽ ἕκαστα ἀκριβολογούμενα, καὶ κελεύσας ἡμῖν μὴ ῥᾳδίως τοῖς τυχοῦσι πιστεύειν, καὶ : και λέει ότι για πολλούς τόπους δεν ξέρουμε τίποτα, ενώ στην πραγματικότητα όλα τους έχουν περιγραφεί με μεγάλη ακρίβεια (Στράβων, Γεωγραφία, Βιβλίο 1, κεφάλαιο 3, τμήμα 2)

ΣημειώσειςΕπεξεργασία

  ΠηγέςΕπεξεργασία