Εβραϊκά (he) Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

אפיקורסות (he) (epikórsut) θηλυκό

  1. σκεπτικισμός
  2. επικουρισμός
  3. αιρετική διαγωγή