Βουλγαρικά (bg) Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

дума (bg) θηλυκό

  1. η λέξη

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία


Ουκρανικά (uk) Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

дума (uk) θηλυκό

  1. η σκέψη, η ιδέα



Ρωσικά (ru) Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

дума (ru) θηλυκό

  1. η σκέψη, η ιδέα
  2. η Δούμα