Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Κλιτή μορφή ουσιαστικούΕπεξεργασία

ύμνους αρσενικό

  1. ύμνος, στην αιτιατική του πληθυντικού